Η νεανική παραβατικότητα και η ποινική αντιμετώπισή της

Οι ανήλικοι που εμπλέκονται στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης,  αποτελούν  μια ειδική ομάδα παραβατικού πληθυσμού η οποία δεν ακολουθεί τις τάσεις των γενικών εγκληματικών στατιστικών αφενός, και χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ανομοιογένεια αναφορικά με την ποινική της αντιμετώπιση. Όταν μάλιστα η ομάδα αυτή εξειδικεύεται ακόμα περισσότερο στους ανήλικους παραβάτες που  ταυτόχρονα είναι εξαρτημένοι από ναρκωτικές ουσίες, η εικόνα γίνεται περαιτέρω σύνθετη. Υπερβαίνοντας τις προαναφερθείσες ιδιαιτερότητες, μπορούν να εντοπισθούν βασικά σημεία που οριοθετούν τις τάσεις της νεανικής παραβατικότητας και της ποινικής της αντιμετώπισης:

  • Φαίνεται να υπάρχουν επιμέρους μειωτικές και γενικότερα σταθεροποιητικές τάσεις της νεανικής παραβατικότητας σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Στη ποιοτική της διάσταση, η σοβαρή εγκληματικότητα φαίνεται επίσης να μειώνεται με βραδύτερους ρυθμούς. Ωστόσο, με βάση την έλλειψη επαρκών δεδομένων,  αναδεικνύεται σοβαρή έλλειψη οργανωμένου και τεκμηριωμένου τρόπου καταγραφής της  νεανικής παραβατικότητας
  • Παρά τη μείωση των δεικτών νεανικής παραβατικότητας και εγκληματικότητας, αυξάνονται οι δείκτες εγκλεισμού των ανήλικων παραβατών, στοιχείο που τεκμηριώνει την  εντατικοποίηση της ποινικής αντιμετώπισης. Η αύξηση των ποσοστών εγκλεισμού, συνοδεύεται σε αρκετές περιπτώσεις με αύξηση του συνολικού χρόνου της ποινής. Επιπλέον οι ανήλικοι παραβάτες φαίνεται να παρουσιάζουν σημαντικά αυξημένα ποσοστά υποτροπής σε παράνομες πράξεις.
  • Η νομικά αναγνωρισμένη ηλικία έναρξης ποινικής ευθύνης  αποτελεί καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της ποινικής αντιμετώπισης  των ανήλικων παραβατών. Ωστόσο, από τη μελέτη των ποινικών συστημάτων σε Ευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφεται σημαντικό εύρος στην ηλικία έναρξης της ποινικής ευθύνης  η οποία κυμαίνεται από τα 8 έτη (Σκωτία) έως τα 16 (Πορτογαλία, Μάλτα, Λουξεμβούργο). Ανάλογο σημαντικό εύρος παρουσιάζει και η ηλικία έναρξης μέτρων εγκλεισμού η οποία κυμαίνεται από τα 8 έτη (Σκωτία) έως τα 16 (Σουηδία)
  • Η χρήση ουσιών συνδέεται με την παραβατική συμπεριφορά, η οποία μπορεί να εμφανισθεί ως πταισματική παραβατικότητα αλλά να πάρει και ιδιαίτερα σοβαρές μορφές που είναι δυνατό να οδηγήσουν στον εγκλεισμό.  Σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού των κρατουμένων στην Ευρώπη, κρατούνται για υποθέσεις που είναι άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένες με τις παράνομες ναρκωτικές ουσίες. Το ποσοστό αυτό φτάνει σε χώρες όπως η Ελλάδα, να αποτελεί περίπου το μισό του συνολικού πληθυσμού των κρατουμένων. Στην περίπτωση των ανήλικων κρατουμένων, το Συμβούλιο της Ευρώπης , επισημαίνει τη δυσκολία συστηματικής καταγραφής του πληθυσμού των ανήλικων παραβατών στα σωφρονιστικά καταστήματα της Ευρώπης, καθώς είτε δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για κάποιες χώρες, είτε δεν υπάρχει ομοιογένεια στον τρόπο καταγραφής,
  • Τα προβλήματα εντείνονται όταν αναφερόμαστε στους ανήλικους παραβάτες που ταυτόχρονα εμπλέκονται με τη χρήση παράνομων ουσιών, καθώς α. Επαναλαμβάνονται οι αδυναμίες που αφορούν τον γενικό πληθυσμό των κρατουμένων (ελλιπή στοιχεία, ανομοιογενής τρόπος καταγραφής) και β.  Η ποινική αντιμετώπιση της συγκεκριμένης ομάδας παρουσιάζει σημαντική ανομοιομορφία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η δυνατότητα συνολικής αποτύπωσης της ποινικής «ιστορίας» της συγκεκριμένης ομάδας.
  • Το κοινωνικό κόστος της εξάρτησης, είναι ερευνητικά τεκμηριωμένο και επιμερίζεται σε αρκετούς τομείς της κοινωνικής ζωής, καθιστώντας την εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες ως μια από τις πλέον κοινωνικά επιζήμιες συμπεριφορές. Αν σε αυτό το κοινωνικό κόστος προστεθεί και το αντίστοιχο κοινωνικό κόστος της παραβατικότητας, δημιουργείται αυτόματα ένας σημαντικός παράγοντας κοινωνικής  (και ασφαλώς οικονομικής) αποδόμησης. Τέλος, πιθανότητα πρόκλησης μεγαλύτερης βλάβης στο άτομο και στο κοινωνικό σύνολο ως επακόλουθο του εγκλεισμού αποτελεί σημαντικό επιβαρυντικό παράγοντα. Εκείνοι που εμπλέκονται με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο υγειονομικών και κοινωνικών συνεπειών ως αποτέλεσμα της χρήσης. Εν συνεχεία, η χρήση ουσιών, ιδιαίτερα εντός σωφρονιστικών καταστημάτων, συνεπάγεται πιο επιβλαβείς συνήθειες που οδηγούν αντίστοιχα σε αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης από μεταδιδόμενες ασθένειας, όπως η ηπατίτιδα και το HIV/AIDS.
  • Αποτυπώνεται μια σαφής έλλειψη κοινής Ευρωπαϊκής πολιτικής για τους ανήλικους παραβάτες, με αποτέλεσμα σε κάποιες περιπτώσεις να προκρίνονται στρατηγικές πρόληψης και εναλλακτικών της φυλάκισης μέτρων σωφρονισμού, ενώ σε άλλες περιπτώσεις να συγκεκριμενοποιείται η σωφρονιστική αντιμετώπιση  αποκλειστικά στον εγκλεισμό.  Φαίνεται να απουσιάζει ο κεντρικός σχεδιασμός που να προτείνει τεκμηριωμένη στρατηγική αντιμετώπισης του φαινομένου.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s